Τετάρτη, 25 Απριλίου 2012

Μπορεί μια εξέταση αίματος να διαγνώσει την εφηβική κατάθλιψη;


Στην περίπτωση εφηβικής κατάθλιψης είναι δύσκολο να διαφοροποιήσεις τη ψυχική ασθένεια από την φυσιολογική εναλλαγή της διάθεσης. Παρόλα αυτά η διάγνωση της εφηβικής κατάθλιψης είναι κρίσιμη, καθώς η μη αντιμετωπίσιμη κατάθλιψη δύναται να καταστήσει τους εφήβους περισσότερο ευάλωτους σε μετέπειτα χρήση ουσιών, να οδηγήσει σε αδυναμία κοινωνικής προσαρμογής, σε σωματική ασθένεια και ακόμα σε αυτοκτονία.

«Η κατάθλιψη σε εφήβους επηρεάζει ουσιαστικά κάθε μέρος της σκέψης τους και κάνει τα πάντα πολύ δύσκολα τόσο στο ψυχολογικό τομέα, όσο και στο κοινωνικό» αναφέρει η κ. Redei (καθηγήτρια Ψυχιατρικής και Επιστημών Συμπεριφοράς του Πανεπιστήμιου Northwestern).  Επί του παρόντος, η διάγνωση της κατάθλιψης στην εφηβεία βασίζεται στις περιγραφές των συμπτωμάτων τους, καθώς και στις υποκειμενικές παρατηρήσεις του θεράποντα ιατρού. Αντιθετικά, μια σύγχρονη έρευνα  έρχεται να προτείνει ένα ασφαλέστερο και αντικειμενικότερο τρόπο για τον εντοπισμό της μείζονος κατάθλιψης. Έτσι λοιπόν η ανωτέρω μελέτη παρουσιάζει  μια αιματολογική εξέταση, η οποία θα αναγνωρίζει την κατάθλιψη, μέσω του συνόλου  ειδικών γενετικών δεικτών που υπάρχουν στο αίμα μας. Η ανακάλυψη αυτή θα μπορέσει να οδηγήσει σε πρώιμες διαγνώσεις, που θα επέτρεπαν όχι μόνο καλύτερες εξατομικευμένες θεραπείες , αλλά και θα συνέβαλαν και στην μείωση του «στίγματος» που συνδέεται με την ψυχική ασθένεια. Όπως χαρακτηριστικά υπογραμμίζει η  επικεφαλής της έρευνας κ. Redei «Η ιδέα είναι ότι αν υπάρχει ένα αντικειμενικό μέτρο μέτρησης που ομοιάζει με οποιαδήποτε άλλη εργαστηριακή εξέταση, θα μεταφέρει τη ψυχική ασθένεια στην ίδια αρένα με οποιαδήποτε άλλη ασθένεια». Ο κοινωνικός στιγματισμός που συνδέεται άμεσα με την κατάθλιψη και η συμβουλευτική είναι μερικές από τις αιτίες που ωθεί μόνο το 25% των καταθλιπτικών  εφήβων σε θεραπεία.
Η ομάδα της  Redei  πραγματοποίησε πειράματα με εφήβους, καταθλιπτικούς και μη, σύμφωνα με το ΑΠΕ-ΜΠΕ, αναλύοντας δείγματα αίματος και ελέγχοντας 26 γενετικούς και άλλους βιοδείκτες, που είχαν ήδη εντοπιστεί από προηγούμενες έρευνες. Τα αποτελέσματα της έρευνας παρουσίασαν ότι 11 από αυτούς τους δείκτες στο αίμα μπορούν να διακρίνουν κάποιον έφηβο που έχει κατάθλιψη, από κάποιον που δεν έχει. Επιπρόσθετα, 18 από τους 26 δείκτες μπορούν να διακρίνουν κάποιον που έχει μόνο κατάθλιψη από κάποιον που έχει και διαταραχή άγχους. Αναλυτικά, οι 11 γενετικοί δείκτες αντιστοιχούν στον έλεγχο 11 συγκεκριμένων γονιδίων. «Αυτά τα 11 γονίδια πιθανότατα αποτελούν την κορυφή του παγόβουνου, επειδή η κατάθλιψη είναι μία πολύπλοκη πάθηση. Είναι όμως μία ελπιδοφόρα αρχή, που σαφώς δείχνει ότι είμαστε πλέον σε θέση να κάνουμε διάγνωση από το αίμα και έτσι να δημιουργήσουμε ένα διαγνωστικό τεστ αίματος για την κατάθλιψη» τόνισε η επικεφαλής της έρευνας.

Η Redei κατάφερε να απομονώσει σιγά-σιγά αυτούς τους γενετικούς δείκτες μετά από δεκαετίες επίμονων ερευνών με καταθλιπτικά και αγχώδη πειραματόζωα (αρουραίους). Με αυτό τον τρόπο κατόρθωσε να εντοπίσει ποια γονίδια «εκφράζονται» ιδιαίτερα στην κατάθλιψη. Μάλιστα αυτά ήταν γονίδια που θεωρήθηκαν «απολύτως μη αναμενόμενα», γεγονός, όπως είπε η ερευνήτρια, που δείχνει πόσα λίγα πράγματα γνωρίζουν οι επιστήμονες για την κατάθλιψη μέχρι στιγμής. Τέλος,  η  κ. Redei πέτυχε να συσχετίσει αυτά τα γονίδια με δείκτες (χημικές ουσίες) που εμφανίζονται στο αίμα και οι οποίες εκδηλώνονται σε διαφορετικές ποσότητες, όταν υπάρχει κατάθλιψη.
Βέβαια πρέπει να αναφερθεί ότι το μέγεθος της έρευνας ήταν μικρό, με συνέπεια να είναι απαραίτητη μια πιο εκτεταμένη έρευνα με περισσότερο πληθυσμό. «Αυτή είναι μόνο η αρχή» τονίζει η επιστήμονας «Το γεγονός ότι ήμασταν σε θέση να διαγνώσουμε κατάθλιψη με βάση τα δεδομένα αυτής της μικρής έρευνας μας δίνει ελπιδοφόρα νέα για το μέλλον». Αναντίρρητα τα ευρήματα από την προαναφερόμενη έρευνα είναι ενθαρρυντικά, αλλά όπως σημειώνει η Δρ. Robb (παιδοψυχίατρος στο Εθνικό Ιατρικό Κέντρο Παιδιών της Ουάσιγκτον) «ακόμα είναι πολύ νωρίς να θεωρήσουμε ότι βρήκαμε τη λύση, καθώς λαμβάνοντας συμπεράσματα από πειράματα που τελέστηκαν σε ζώα είναι πρώιμο να υποστηρίξουμε ότι σημαίνει κάτι και για τον ανθρώπινο οργανισμό». Με άλλα λόγια υπογράμμισε την ανάγκη για τη εκτέλεση περισσοτέρων ερευνών γύρω από το θέμα. Η Ρεντέι με τη σειρά της εξέφρασε την αισιοδοξία της ότι, μετά και τις μεγαλύτερες κλινικές δοκιμές, ορισμένοι τουλάχιστον δείκτες θα επιβεβαιώσουν την αξία τους ως αντικειμενικά διαγνωστικά «εργαλεία». Σε καμία περίπτωση πάντως, όπως τόνισε, το νέο τεστ δεν θα καταργεί τον ψυχίατρο, απλώς θα διευκολύνει το έργο του, καθώς αυτός δεν θα αρκείται πια στην υποκειμενική αξιολόγηση των συμπτωμάτων του ασθενούς.



Η μείζονα κατάθλιψη χαρακτηρίζεται από:
§  καταθλιπτικό συναίσθημα
§  σημαντική απώλεια βάρους
§  απώλεια ευχαρίστησης ή ενδιαφέροντος
§  αϋπνία
§  ψυχοκινητική επιβράδυνση
§  αίσθημα κόπωσης ή απώλεια ενεργητικότητας
§  αισθήματα αναξιότητας ή αδικαιολόγητης ενοχής
§  αδυναμία συγκέντρωσης
§  επανειλημμένες σκέψεις θανάτου
§  αυτοκτονικό ιδεασμό ή απόπειρα αυτοκτονίας

Επηρεάζει περίπου το 1% των παιδιών ηλικίας κάτω των 12. Μετά το τέλος της εφηβείας και στην αρχή της ενηλικίωσης το ποσοστό αυξάνεται σε 25% περίπου!



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...